κοινοτάρχης

κοινοτάρχης
ο председатель общины

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "κοινοτάρχης" в других словарях:

  • κοινοτάρχης — ο ο πρόεδρος τής κοινότητας. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοινότης + άρχης (< ἄρ χω), πρβλ. γεν άρχης, πατρι άρχης] …   Dictionary of Greek

  • κοινοτάρχης — ο ο πρόεδρος της κοινότητας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Kinotita — Politische Gliederung Griechenlands Die Verwaltungsgliederung Griechenlands hat vier Verwaltungsebenen. Die oberste Verwaltungsebene des Staates Griechenland wird von den 13 Verwaltungsregionen (griechisch diikitikí periféria διοικητική… …   Deutsch Wikipedia

  • Politische Gliederung Griechenlands — Die 13 Regionen mit ihren Hauptstädten und die 325 Gemeinden Griechenlands Die Politische Gliederung Griechenlands kennt mit Wirkung vom 1. Januar 2011 drei Verwaltungsebenen. Die Verwaltung auf staatlicher Ebene wird durch sieben Dezentrale… …   Deutsch Wikipedia

  • Präfekturen Griechenlands — Politische Gliederung Griechenlands Die Verwaltungsgliederung Griechenlands hat vier Verwaltungsebenen. Die oberste Verwaltungsebene des Staates Griechenland wird von den 13 Verwaltungsregionen (griechisch diikitikí periféria διοικητική… …   Deutsch Wikipedia

  • Verwaltungsgliederung Griechenlands — Politische Gliederung Griechenlands Die Verwaltungsgliederung Griechenlands hat vier Verwaltungsebenen. Die oberste Verwaltungsebene des Staates Griechenland wird von den 13 Verwaltungsregionen (griechisch diikitikí periféria διοικητική… …   Deutsch Wikipedia

  • -άρχης — [ΕΤΥΜΟΛ. Β συνθετικό λέξεων όλων των περιόδων της ελληνικής γλώσσας (Αρχαίας, Μεσαιωνικής, Νεοελληνικής) που προέρχεται από το ρ. άρχω και εμφανίζει σημαντική παραγωγική δύναμη. Σύνθετες λέξεις της Αρχαίας σε άρχης επιδίδουν κυρίως στην Ιωνική… …   Dictionary of Greek

  • κοινός — ή, ό (AM κοινός, ή, όν, Α αττ. ποιητ. τ. κοινός, όν) 1. αυτός που ανήκει σε πολλούς μαζί, που κατέχεται όμοια από πολλούς ή που χρησιμοποιείται από πολλούς, δημόσιος (α. «κοινή είσοδος» β. «τὸν ἥλιον τὸν κοινὸν ἡμῑν», Μεν.) 2. αυτός που… …   Dictionary of Greek

  • πρωτοκωμήτης — ὁ, ΜΑ Ο επικεφαλής τών κατοίκων κώμης, ο κοινοτάρχης. [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο) * + κωμήτης (< κώμη)] …   Dictionary of Greek

  • Απείραθος — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 600 μ., 828 κάτ.) της Νάξου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Δρυμαλίας του νομού Κυκλάδων. Βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της Νάξου, στις νοτιοανατολικές απολήξεις του Μαυροβουνίου. Η Α. είναι παλαιό κεφαλοχώρι με βυζαντινές… …   Dictionary of Greek

  • Σοντερίνι — (SoderM). Μεγάλη οικογένεια της Φλωρεντίας. Μεταξύ των μελών της περιλαμβάνονται ανώτατοι δικαστικοί, καρδινάλιοι και πολιτικοί. Ο κυριότερος εκπρόσωπος της οικογένειας είναι ο Πιέρο Σ. (Φλωρεντία 1452 Ρώμη 1522). Το 1493 διετέλεσε πρεσβευτής… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»